leftmodule
  • Greek
  • English

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ
       ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ



ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ
ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ (Ε.Γ.Τ.Π.Ε.-Π.)


δράση χρηματοδοτήθηκε πό τό πιχειρησιακό πρόγραμμα (Ε.Π.)  “Αγροτική νάπτυξη - νασυγκρότηση τς παίθρου 2000 - 2006 ξονας 7” και συγχρηματοδοτήθηκε πό τό Ερωπαϊκό Γεωργικό Ταμεο Προσανατολισμο και γγυήσεων – Τμμα Προσανατολισμο.

This action was financed by the operation project “Rural development Reconstruction of the country 2000 – 2006 Axis 7” and also financed by the European Agricultural Fund Department.





Ὁ Ἱερεύς καί τό Θυσιαστήριον

 I

Πρό καιροῦ εἶχα τήν εὐλογημένη εὐκαιρία νά παραστῶ στήν χειροτονία ἑνός πρεσβυτέρου, ἀγαπητοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ.

῞Οταν ἔφθασε ἡ ὥρα τῆς χειροτονίας, εἶδα δύο ἄλλους πρεσβυτέρους νά τόν περιφέρουν τρεῖς φορές κύκλω τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ψάλλοντες «δόξα Σοι Χριστέ ὁ Θεός Ἀποστόλων καύχημα...». Κατόπιν τόν εἶδα νά γονατίζη μπροστά στό θυσια­στήριο, στηρίζοντας καί τά δύο του χέρια ἐπάνω σ᾿ αὐτό. Τί ἐσήμαιναν ἄραγε αὐτά; Ἐσήμαιναν καί σημαίνουν ὅτι ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα κέντρο τῆς ζωῆς του ἱερέως θά εἶναι τό ἱερό καί ἅγιο αὐτό θυσιαστήριο. Γιαὐτό καί τό ἀγκαλιάζει μέ ὅλη τήν θέρμη τῆς καρδιᾶς του, σάν τό πολυτιμώτερο ἀπόκτημα τῆς ζωῆς του, ἀλλά καί τό θυσιαστήριο τόν τυλίγει ὁλόκληρο μέσα στήν δόξα καί τόν θεῖο του γνόφο.

Τί συγκλονιστική ἀλήθεια στιγμή, πού βέβαια ὅλοι μας τήν ἔχουμε ζήσει! Ὄντως, αὐτό τό ἱερό σύμπλεγμα, ἱερεύς καί θυσιαστήριο, εἶναι καί θά εἶναι εἰς τούς αἰῶνας, ὅ,τι πιό ὑψηλό ὅ,τι πιό μεγαλειῶδες ἔχει νά παρουσιάση αὐτός ὁ κόσμος. Δύο πράγματα, πού ἑνώθηκαν ἅπαξ διά παντός ἀπό αὐτόν τόν Κύριο, τόν πρῶτο καί Μέγα ἱερέα τοῦ κόσμου. Ὁ ἱερεύς εἶναι τρόπο­ν τινά συνεζευγμένος μέ τό θυσιαστήριο. Ὁ ἱερεύς γεννᾶται τήν ὥρα τῆς χειροτονίας του. Μήτρα αὐτῆς τῆς ὑπερφυοῦς γεννήσεως εἶναι ἀκριβῶς τό πανάγιο θυσιαστήριο, πού ἔκτοτε θά γίνη ὁ ὀμφάλιος λῶρος του. Ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη γίνεται ἡ ἴδια ἡ ζωή του. Ὑπάρχει ἐξ αἰτίας αὐτοῦ καί ζῆ μόνον γιαὐτό. Εἶναι τό ἱερό φορτίο του, ἡ χαρά του καί ἡ δόξα του.

Τό διδακτικό, τό ποιμαντικό καί τό ἄλλο κοινωνικό ἔργο του ἀπορρέουν καί τροφοδοτοῦνται ἀπό τήν χάρι τοῦ λειτουργικοῦ του χαρίσματος. Στήν ὀρθοδοξία τό κέντρο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, δέν εἶναι τό κήρυγμα, ἀλλά τό Μυστήριο. Δέν εἶναι ὁ ἄμβων, ἀλλά τό θυσιαστήριο. Γιαὐτό ἀκόμη καί ἡ θέσις του μέσα στόν ναό εἶναι κεντρική, ὅπως ἡ καρδιά μέσα στό σῶμα. Ἡ καρδιά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι πρωτίστως λειτουργοῦσα καί προσ­ευ­χο­μένη Ἐκκλησία καί δευτερευόντως κηρύττουσα καί ποιμαί­νουσα. Ποιμαίνει ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Ἡ πρώτη Ἐκ­κλη­σία ὅλα τά μυστήριά της τά εἶχε συνδεδεμένα μέ τό ὑπέρτατο γεγονός τῆς θ. εὐχαριστίας. Ἡ Ἁγία Τράπεζα ἐκφράζει καί συγκεφα­λαιώνει ὅλα τά σημαντικώτερα ἔργα τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς. Θεωρεῖται καί ὡς τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί ὡς ἄλλος Γολγοθᾶς, ἀλλά καί ὡς ὁ θεοδόχος τάφος τοῦ Σωτῆρος μας, ἐξ οὖ ἀναβλύζει ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. «Ὡς ζωηφόρος, ὡς παραδείσου ὡραιότερος ὄντως καί παστάδος πάσης βασιλικῆς ἀναδέδεικται λαμπρότερος Χριστέ ὁ τάφος Σου, ἡ πηγή τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως». Κατά δέ τόν ἅγ. Συμεών τόν Θεσσα­λονίκης, τό θυσιαστήριο θεωρεῖται τόπος καί θρόνος τοῦ βασιλέως τῆς δόξης.

«Εἶχε μέν -κατά τόν Ἀπ. Παῦλον (Ἑβρ. 9, 1)- καί ἡ πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας» καθώς καί τό θυσιαστήριο τῶν ὁλοκαυτωμάτων, ἀλλά αὐτά ἦσαν σκιά καί προτύπωσις τῶν μελλόντων. «Ἡμῖν διηκόνουν αὐτά» κατά τόν Ἀπ. Πέτρον (Α’ Πετ. 1, 12). Τό θυσιαστήριο τῆς Παλ. Διαθήκης, ἦτο τό προεικόνισμα τοῦ θυσιαστηρίου τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅπου «ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός», τόν καινόν Πάσχα. Ἀπό τό ἄλλο μέρος τό ἐπίγειο αὐτό θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας θεωρεῖται προβαθμίδα τοῦ ὑπερ­ουράνιου καί νοεροῦ, ὅπου ὁ Χριστός «παραγενόμενος ἀρχιερεύς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐ δι᾿ αἵματος τράγων καί μόσχων, ἀλλά διά τοῦ ἰδίου αἵματος, εἰσῆλθεν ἐφ᾿ ἅπαξ εἰς τά ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος» (Ἑβρ. 9,11-12).

Πιστεύουμε ὅτι ὅσα τελοῦνται κατά τήν θεία μας λατρεία εἶναι ὁ ἀπόηχος καί ἡ πιστή ἀντιγραφή τῶν ὅσων συμβαίνουν στόν οὐρανό. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψι μᾶς δίδει μιά ἔκπαγλη εἰκόνα τῆς οὐράνιας λειτουργίας, σέ μιά παναρμόνια συγχορδία τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων. Λέγει στό 8ο κεφ. στιχ 3: «Καί ἄλλος ἄγγελος ἦλθε καί ἐστάθη ἐπί τοῦ θυσιαστηρίου, ἔχων λιβανωτόν χρυσοῦν καί ἐδόθη αὐτῷ θυμιά­ματα πολλά, ἵνα δώσῃ ταῖς προσευχαῖς τῶν ἁγίων πάντων ἐπί τό θυσιαστήριον τό χρυσοῦν τό ἐνώπιον τοῦ θρόνου». Σέ ἄλλο δέ κεφάλαιο μᾶς παρουσιάζει τήν δοξολογική λειτουργία καί τούς ὕμνους τῆς θριαμβευούσης ἐν οὐρανοῖς Ἐκκλησίας καί λέγει: «Καί ἤκουσα ὡς φωνήν ὄχλου πολλοῦ καί ὡς φωνήν ὑδάτων πολλῶν καί ὡς φωνήν βροντῶν ἰσχυρῶν, λεγόντων ἀλληλούϊα· ὅτι ἐβασίλευσε Κύριος ὁ Θεός, ὁ Παντοκράτωρ. Χαίρωμεν καί ἀγαλλιώμεθα καί δῶμεν τήν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου καί ἡ γυνή αὐτοῦ ἡτοίμασεν ἑαυτήν» (Ἀποκ. 19, 6-7). Αὐτοῦ τοῦ ὑπέρθειου μεγαλείου, μέ τό ὁποῖο εἶναι ντυμένο τό θυσιαστήριό μας, τελετουργός καί μύστης, ἀλλά καί πρῶτος μέτοχος τῶν ἀνεκφράστων δωρεῶν του, τυγχάνει ὁ ἱερεύς, ἐξ αἰτίας τῆς ἁγίας ἱερωσύνης, τήν ὁποίαν φέρει στό ὀστράκινο σκεῦος του. Ὁ ἱερεύς εἶναι βέβαια καί αὐτός ἄνθρωπος «σάρκα φορῶν καί τόν κόσμον οἰκῶν», ἀλλά ἔχει τήν ὑψίστη τιμή νά ὑπηρετῆ τόν Θεό. Ὡς «ἐνδεδυμένος τήν τῆς ἱερατείας χάριν», καθίσταται θέσει Θεός -ἄν καί εἶναι στήν φύσι του πηλός- ἐφ᾿ ὅσον τόν Θεό μόνον Θεός μπορεῖ ἐπάξια νά τόν ὑπηρετεῖ. Ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, ὁ ὑμνητής αὐτός, ὅσον οὐδείς ἄλλος, τῆς ἱερατικῆς ἀξίας, στέκει ἀπορημένος μπροστά της καί ἐρωτᾶ: «ὅταν ὁ ἱερεύς τό Πνεῦμα τό ἅγιον καλῇ καί τήν φρικωδεστάτην ἐπιτελῇ θυσίαν καί τοῦ κοινοῦ πάντων ἐφάπτεται δεσπότου, ποῦ τάξομεν αὐτόν, εἰπέ μοι;». Ὁ δέ σύγχρονος ἅγ. Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης θά προσθέση σέ αὐτά καί τήν ἰδική του ἐκτίμησι: «Ἐάν ἔβλεπαν -λέγει- οἱ ἄνθρωποι μέ ποιά δόξα λειτουργεῖ ὁ ἱερεύς, θά ἔπεφταν κατά γῆς μπροστά στό ὅραμα αὐτό. Κι’ ἄν ὁ ἴδιος ὁ ἱερεύς ἔβλεπε τόν ἑαυτό του, σέ ποιά οὐράνια δόξα βρίσκεται, κατά τήν τέλεσι τοῦ λειτουργήματός του, τότε θά γινόταν μεγάλος ἀσκητής καί θά ἀγωνιζόταν νά μή θλίψη μέ τίποτε τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ζῆ μέσα του». Καί καταλήγει πολύ σοφά: «ὅμως ὁ Κύριος ἀποκρύπτει ἀπό τά μάτια τῶν λειτουργῶν του τό μεγαλεῖον τους αὐτό, γιά νά μή ὑπερηφανεύωνται, ἀλλά νά σώζωνται μέ τήν ταπείνωσι». Ὁ μακαριστός π. Ἰάκωβος Τσαλίκης, ἄνθρωπος μέ θαυμαστές ἐμπειρίες (ἡγούμενος τοῦ Ὁσ. Δαβίδ), ὅταν λειτουργοῦσε, ἔλαμπε ἀπό καθαρότητα καί μεγαλοπρέπεια. Συχνά τόν ἔβλεπαν νά μή πατάει στό ἔδαφος, ἀλλά νά στέκεται καί νά βαδίζη στόν ἀέρα. Πολλές φορές ἀντίκρυζε ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, νά κρατοῦν τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. «Οἱ ἄνθρωποι -ἔλεγε- εἶναι τυφλοί καί δέν βλέπουν τί γίνεται μέσα στό ναό, στήν διάρκεια τῆς θείας λειτουργίας»!

Ὁ ἱερουργῶν ἱερεύς, ἱστάμενος πρό τοῦ φρικτοῦ θυσια­στηρίου, γίνεται δέκτης τῆς θείας χάριτος ἀλλά καί πομπός της πρός τόν κόσμο. Εἶναι μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, εἰκονίζοντας τόν ἕνα καί μοναδικό μεσίτη Ἰησοῦν Χριστόν. «Ὁ ἱερεύς -λέγει ὁ θ. Χρυσόστομος- μέσος τοῦ Θεοῦ καί τῆς τῶν ἀνθρώπων φύσεως ἕστηκεν, τάς ἐκεῖθεν τιμάς κατάγων πρός ἡμᾶς καί τάς παρ᾿ ἡμῶν ἱκετηρίας ἀνάγων ἐκεῖ».

Τά δυό ὑψωμένα χέρια τοῦ λειτουργοῦ, ἄλλοτε μᾶς φέρνουν τίς θεῖες εὐλογίες καί ἄλλοτε ἐμποδίζουν, σάν ἄλλα ἀλεξι­κέραυνα, τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ, διασώζοντας τό ἀνθρώπινο γένος. Γιαὐτό ἄν σταματήση νά τελῆται ἐπί τῆς γῆς ἡ θεία λειτουργία, ὁ κόσμος θά ἀποθάνη. Ἔτσι, μποροῦμε νά ποῦμε, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν καί τήν προσωπική μας πραγματικότητα, ὅτι ὁ ἱερεύς κινεῖται μεταξύ ἑνός θείου μεγαλείου πού κρύβει ἡ ἱερωσύνη του καί τῆς χοϊκότητος, πού τήν ἀποτελοῦν τά πάθη καί οἱ ἀδυναμίες μας. Ὁ ἱερεύς ὄντως παλαίβει μεταξύ ἀγγέλων καί δαιμόνων. Ἄλλοτε βλέπει ὅτι προσεγγίζει ἤ προσεγγίζεται ἀπό τούς πρώτους καί ἄλλοτε ἀπό τούς δευτέρους. Μπροστά στό θυσιαστήριο βλέπει ὅτι εἶναι «Θεός κατά χάριν», ἔξω ὅμως στήν καθημερινότητα, διαπιστώνει ὅτι ἀποτελεῖται ἀπό αἶμα καί σάρκα. Καί ἔρχονται στιγμές, πού ἡ θέσις τοῦ ἱερέως εἶναι ὄντως δραματική. Τότε ἴσως βγαίνει ἀπό τά χείλη του ὁ ἀναστεναγμός: «Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος». Καί ἄν δέν δίνει τακτική διέξοδο στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, στό καθαρτήριο αὐτό λουτρό, τά πράγμα­τα γιαὐτόν εἶναι πολύ δύσκολα.